Ζεστό «καλωσόρισμα», γλυκό «αντίο» στη Τζιά


Υπάρχουν κάποιοι τόποι που καταφέρνουν να σε κερδίσουν από την πρώτη κιόλας στιγμή που πατάς το πόδι σου στην προβλήτα, αλλά και να σου αφήσουν την πιο γλυκιά γεύση όταν έρχεται η ώρα του αποχωρισμού. Η Κορησσία, το γραφικό και ολοζώντανο λιμάνι της Κέας (Τζιας), είναι ακριβώς ένας τέτοιος προορισμός. Χτισμένη στον μυχό ενός ασφαλούς κόλπου, αποτελεί τον βασικό πνεύμονα του νησιού και την πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο ταξιδιώτης, γεμάτη φως, κυκλαδίτικα χρώματα και μια αυθεντική νησιώτικη αύρα.
Κοιτάζοντας το λιμάνι από ψηλά, η εικόνα αποτυπώνει όλη την ουσία των ελληνικών καλοκαιριών. Το «Μαρμάρι», το πλοίο της γραμμής, στέκει επιβλητικό και δεμένο στην προβλήτα, έτοιμο να υποδεχτεί τους ταξιδιώτες για το ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα. Η θέα αυτή, καθώς το φως του απογεύματος αρχίζει να μαλακώνει, κλείνει μέσα της όλη τη μελαγχολία αλλά και τη γεμάτη αναμνήσεις ομορφιά που χαρακτηρίζει το τέλος κάθε απόδρασης. Από αυτό εδώ το σημείο ξεκινά και ο κεντρικός οδικός άξονας, μια ζωτική αρτηρία που διασχίζει το νησί και οδηγεί προς την Ιουλίδα, την πρωτεύουσα της Κέας, καθώς και προς τις υπόλοιπες κρυμμένες ομορφιές της ενδοχώρας και των παραλιών.
Η ζωντάνια του παραλιακού δρόμου
Κατεβαίνοντας στο επίπεδο της θάλασσας, ο παραλιακός δρόμος σφύζει από ζωή και κίνηση. Στη μία πλευρά, μια μακριά σειρά από ιστιοπλοϊκά και πολυτελή τουριστικά σκάφη βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο στα ήρεμα νερά, προσθέτοντας μια κοσμοπολίτικη νότα στο τοπίο. Τα κατάρτια τους υψώνονται προς τον καθαρό ουρανό, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό γεωμετρικό σκηνικό που καθρεφτίζεται στη θάλασσα.
Από την άλλη πλευρά, τα παραδοσιακά λευκά κτίρια στεγάζουν κάθε λογής μαγαζιά: από περιποιημένα καφέ, μεζεδοπωλεία και ταβέρνες που μοσχοβολούν φρέσκο ψάρι, μέχρι μικρά, προσεγμένα καταστήματα με αναμνηστικά, τοπικά προϊόντα και είδη λαϊκής τέχνης. Είναι το ιδανικό σημείο για να χαλαρώσει κανείς, να απολαύσει έναν καφέ ή ένα γεύμα χαζεύοντας την περατζάδα και την κίνηση των σκαφών.
Η μαγεία της νύχτας
Όταν το σκοτάδι πέφτει, η Κορησσία μεταμορφώνεται και αποκαλύπτει το πιο όμορφο πρόσωπό της. Η απαγόρευση της πρόσβασης στα Ι.Χ. κατά τις βραδινές ώρες αλλάζει ριζικά την ατμόσφαιρα, μετατρέποντας ολόκληρο το λιμάνι σε έναν απέραντο, ήσυχο πεζόδρομο. Χωρίς τον θόρυβο και την αναστάτωση των αυτοκινήτων, η βόλτα δίπλα στο κύμα γίνεται ακόμα πιο ρομαντική και χαλαρωτική. Οι ήχοι της θάλασσας, οι ψίθυροι των περαστικών και οι χαμηλές μουσικές από τα μαγαζιά γίνονται ένα, προσκαλώντας σε για έναν ατελείωτο νυχτερινό περίπατο.
Καθώς ετοιμαζόμαστε να επιβιβαστούμε στο πλοίο, μια τελευταία ματιά στην Κορησσία είναι αρκετή για να επισφραγίσει την υπόσχεση της επιστροφής. Η Τζια, τόσο κοντά στην Αττική κι όμως τόσο μακριά στην καθημερινότητά της, μας αποχαιρετά με τον πιο όμορφο τρόπο, αφήνοντάς μας με την προσμονή για το επόμενο καλοκαιρινό λιμάνι.

Στα σπλάχνα του εργοστασίου εμαγιέ, στην Κέα

Κάθε φορά που το πλοίο δένει στο λιμάνι της Κορησσίας, το βλέμμα μαγνητίζεται αναπόφευκτα από την επιβλητική καμινάδα των 45 μέτρων. Είναι το απόλυτο τοπόσημο της Τζιάς, ένας σιωπηλός γίγαντας από τούβλα που ορθώνεται στον τζιώτικο ουρανό, κουβαλώντας στις πλάτες του μια ολόκληρη εποχή. Είχαμε ξανακάνει δημοσίευμα για το ιστορικό εργοστάσιο Εμαγιέ και Μεταλλουργίας της Κέας, όμως αυτό το μέρος έχει μια παράξενη ενέργεια. Σε τραβάει κοντά του σαν μαγνήτης.

Αυτή τη φορά, αποφασίσαμε να μην αρκεστούμε στην εξωτερική παρατήρηση. Περάσαμε το κατώφλι του, μπήκαμε στα σπλάχνα του και αντικρίσαμε το εσωτερικό του, εκεί όπου άλλοτε χτυπούσε η καρδιά της ελληνικής βιομηχανίας σμάλτου. Οι φωτογραφίες από το εσωτερικό αποτυπώνουν ανάγλυφα το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του δομή. Σκελετοί από οπλισμένο σκυρόδεμα, ψηλά παράθυρα που κάποτε άφηναν το φως να πέφτει πάνω σε θορυβώδεις πρέσες, και πέτρινοι τοίχοι που κλείνουν μέσα τους τις φωνές εκατοντάδων εργατών.

Σήμερα επικρατεί μια απόκοσμη ηρεμία. Το δάπεδο, σκαμμένο και γεμάτο μπάζα, ξύλα και σκόνη, μοιάζει με σκηνικό ταινίας. Στέκεσαι κάτω από τα μεγάλα δοκάρια και νιώθεις δέος, αναλογιζόμενος ότι αυτό το άδειο κουφάρι «έθρεψε» γενιές και γενιές στο νησί. Ιδρυμένο το 1927, το εργοστάσιο αυτό υπήρξε το μοναδικό στην Ελλάδα και το μεγαλύτερο σε ολόκληρη τη Μεσόγειο που παρήγαγε επισμαλτωμένα σκεύη οικιακής χρήσης. Από εδώ έβγαιναν τα περίφημα εμαγιέ πιάτα, οι κούπες και οι κατσαρόλες που στόλιζαν κάθε ελληνικό νοικοκυριό.

Κι όχι μόνο: στα χρόνια του Μεσοπολέμου και κατά την προετοιμασία για το έπος του ’40, το εργοστάσιο ανέλαβε την κατασκευή των αλουμινένιων παγουριών και των θρυλικών ελληνικών στρατιωτικών κρανών, φτάνοντας να παράγει χιλιάδες κομμάτια τον μήνα. Ήταν η εποχή που το εργοστάσιο «έδινε ψωμί» σε εκατοντάδες οικογένειες, μετατρέποντας την Κέα σε έναν ζωντανό βιομηχανικό κόμβο. Το ερώτημα που μας βασανίζει κάθε φορά που περπατάμε γύρω ή μέσα στις εγκαταστάσεις του παραμένει: Τι έγινε και εγκαταλείφθηκε; Γιατί μοιάζει σαν να έφυγαν όλοι ξαφνικά, αφήνοντας πίσω τους ό,τι είχαν χτίσει;

Η απάντηση κρύβεται στο λυκόφως της δεκαετίας του ’50. Μετά από μια τριακονταετή επιτυχημένη πορεία, το εργοστάσιο οδηγήθηκε στο οριστικό του κλείσιμο το 1957. Οι αιτίες ήταν σύνθετες: η σταδιακή αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών με την εμφάνιση νέων υλικών (όπως το πλαστικό και το ανοξείδωτο ατσάλι) άρχισε να εκτοπίζει το εμαγιέ από την αγορά. Παράλληλα, τα υψηλά κόστη μεταφοράς των πρώτων υλών και των ετοιμοπαράδοτων προϊόντων από και προς το νησί, σε συνδυασμό με τις έντονες εργασιακές διενέξεις και την οικονομική απαξίωση της εποχής, έφεραν το μοιραίο τέλος.

Όταν μπήκε το λουκέτο, η αποβιομηχάνιση χτύπησε την Κέα βίαια. Το εργοστάσιο δεν έκλεισε απλώς· σιώπησε. Οι μηχανές σταμάτησαν, οι εργάτες μάζέψαν τα πράγματά τους και η εσωτερική μετανάστευση προς την Αθήνα ερήμωσε προσωρινά το νησί. Αυτή η βίαιη διακοπή είναι που άφησε πίσω της αυτή την αίσθηση του «ξαφνικού», σαν ο χρόνος να πάγωσε μέσα σε μια μέρα. Περπατώντας ανάμεσα στις άδειες αίθουσες, με το φως του ήλιου να τρυπά τη στέγη και τα μισογκρεμισμένα παράθυρα, καταλαβαίνει κανείς ότι το εργοστάσιο Εμαγιέ δεν είναι απλώς ένα σύνολο από ερείπια. Είναι η ίδια η ζωντανή μνήμη της Τζιάς.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια γίνονται αξιέπαινες προσπάθειες από τον Δήμο Κέας και τον Σύλλογο Φίλων του Εργοστασίου για τη διάσωση της ιστορίας του, μέσα από εκθέσεις αντικειμένων, προφορικές μαρτυρίες παλιών εργατών και προβολές ντοκιμαντέρ (όπως το «Σμάλτο της Μνήμης»). Το εργοστάσιο μπορεί να έχασε τις μηχανές του, αλλά δεν πρέπει να χάσει την ψυχή του. Μέχρι να ενταχθεί ξανά με κάποιο τρόπο στην καθημερινότητα του νησιού, η καμινάδα του θα συνεχίσει να μας κοιτάζει από ψηλά, θυμίζοντάς μας πως κάτω από τα ντουβάρια του γεννήθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της νεότερης Ελλάδας.
Τα όνειρα ανθίζουν, οι βουκαμβίλιες στο χωριό…


Ας ρίξουμε μια ματιά στο σπίτι μας στο χωριό… Εκεί όπου ο χρόνος κυλά λίγο πιο αργά και η ομορφιά της φύσης μας ξαφνιάζει κάθε φορά από την αρχή.
Αυτό τον καιρό, οι βουκαμβίλιες μας είναι στην καλύτερη τους στιγμή. Πιο ανθισμένες, πιο ζωντανές, πιο εντυπωσιακές από ποτέ! Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες, νιώθω πως αυτή η έκρηξη χρώματος ξεπέρασε ακόμα και τις πιο τρελές προσδοκίες και τα όνειρα που κάναμε όταν τις φυτεύαμε.
Είναι κάτι τέτοιες στιγμές, γεμάτες από το έντονο φούξια του καλοκαιριού, που η νοσταλγία σε χτυπάει την πόρτα. Θα ήθελα τόσο πολύ να ήμασταν εκεί, να τις περιποιηθούμε, να τις φροντίσουμε και να χαθούμε για λίγο στην ηρεμία της αυλής μας.
Όμως, η απόσταση μικραίνει όταν ξέρεις ότι το σπίτι σου βρίσκεται σε καλά χέρια. Ένα τεράστιο ευχαριστώ στην Στασούλα, που με τόση αγάπη, καθημερινό ενδιαφέρον και συνέπεια στο πότισμα, κρατάει αυτόν τον μικρό μας παράδεισο ζωντανό και πιο λαμπερό από ποτέ.
Μέχρι να βρεθούμε ξανά κάτω από τη σκιά τους… Καλό καλοκαίρι σε όλους!

Όαση πολιτισμού και δροσιάς στον Μυλοπόταμο

Κάποια μέρη που τα ανακαλύπτεις τυχαία σου θυμίζουν γιατί η ελληνική επαρχία κρύβει πάντα τα πιο όμορφα διαμάντια. Ένα τέτοιο μέρος είναι και το Καφέ Βαράδι, που βρίσκεται στον Μυλοπόταμο της Κέας (Τζιάς), λίγο έξω από την Κορησσία, πάνω στον δρόμο που οδηγεί προς την Ιουλίδα. Αν και συστήνεται ως «καφέ», η λέξη αυτή είναι πολύ μικρή για να περιγράψει αυτό που πραγματικά συναντά κανείς εκεί.

Το Βαράδι είναι ένας πολυδιάστατος, προστατευμένος χώρος, ιδανικός για κάθε επισκέπτη, αλλά και για οικογένειες. Ένα πανέμορφο καλοκαιρινό θεατράκι: Μια υπέροχη, πέτρινη κατασκευή με κερκίδες, πνιγμένη στα δέντρα, που φιλοξενεί πολιτιστικές στιγμές κάτω από τον κυκλαδίτικο ουρανό. Ένα μικρό μουσείο: Ο χώρος φιλοξενεί παλιά αντικείμενα και παραδοσιακά μηχανήματα που μαρτυρούν την ιστορία και τις παραγωγικές μεθόδους του τόπου.

Διαθέτει ασφαλείς, προστατευμένους χώρους για να παίξουν οι μικροί μας φίλοι με άνεση, μακριά από την κίνηση των αυτοκινήτων και το άγχος του δρόμου. Εκτός από την ομορφιά του τοπίου, αυτό που κάνει το Βαράδι να ξεχωρίζει είναι οι άνθρωποί του. Ο άνθρωπος που μας υποδέχτηκε και μας εξυπηρέτησε ήταν εξαιρετικός. Με μεγάλη προθυμία μας έλυσε την απορία για το τι σημαίνει η λέξη «βαράδι» στην τοπική ντοπιολαλιά, ενώ προσφέρθηκε αμέσως να μας ανοίξει και να μας ξεναγήσει στο μουσείο του χώρου.

Αν και το αφήσαμε για την επόμενη επίσκεψή μας στο νησί, η ευγένειά του μας κέρδισε αμέσως. Καθίσαμε να ξαποστάσουμε και να «τσιμπήσουμε» κάτι για μεσημέρι, κάτω από τη μοναδική δροσιά ενός μεγάλου, φυλλώδους δέντρου. Σε ένα νησί όπου ο ήλιος του Αιγαίου κυριαρχεί, αυτή η δροσερή γωνιά, συνδυασμένη με καλή παρέα και αυθεντική φιλοξενία, ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμασταν.
Με τη δροσιά του βοριά και γεμάτες μπαταρίες!


Το χρειάζονται το αεράκι τους οι Κυκλάδες, είναι το σήμα κατατεθέν τους. Μόλις σταμάτησε να φυσά ο νοτιάς, τα 29άρια «χτύπησαν» αμέσως ταβάνι και η ζέστη άρχισε να γίνεται αισθητή. Ευτυχώς, ένα απαλό βοριαδάκι εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή για να μας δροσίσει και να μας χαρίσει αυτή την αίσθηση ανακούφισης και ομορφιάς που μόνο το Αιγαίο ξέρει να προσφέρει.
Αυτό ήταν! Οι μέρες μας στο νησί της Τζιας ολοκληρώθηκαν με τον πιο όμορφο τρόπο, γεμάτες χαλάρωση, όμορφες εικόνες και πολύτιμες στιγμές κοντά στην καλή μας φίλη, τη Ζάννα, που μας φιλοξένησε και έκανε τη διαμονή μας ακόμα πιο ξεχωριστή.
Από σήμερα, επιστροφή στη βάση μας στην Αθήνα. Αφήνουμε πίσω το λιμάνι, κρατάμε τη γαλήνη της θάλασσας και γυρίζουμε στην καθημερινότητα, στις δράσεις και στα project μας με ακόμη περισσότερη δύναμη, έμπνευση και ανανεωμένη ενέργεια για όλα όσα έρχονται!

Γαστρονομικός μαγνήτης της Κέας με υπέροχη θέα

Υπάρχουν κάποιες βραδιές στο Αιγαίο που τις έχεις ανάγκη πριν καν τις ζήσεις. Βραδιές απλές, αυθεντικές, γεμάτες από τις μυρωδιές του καλοκαιριού, καλό κρασί και εκείνη την ασύγκριτη αίσθηση του να αγναντεύεις το πέλαγος και το λιμάνι από ψηλά. Μια τέτοια βραδιά, που τόσο χρειαζόμασταν, τη ζήσαμε στην περίφημη ψησταριά «Ο Φίλιππας» στην Κέα. Αν και ο καιρός αποφάσισε να μας δείξει τα δόντια του με έναν δυνατό, επίμονο νοτιά που περιόριζε κάπως την απόλαυση της ανοιχτής θέας, δεν αφήσαμε τα σχέδιά μας να χαλάσουν.

Βρήκαμε το τέλειο απάγκιο στον εξωτερικό του χώρο, περιτριγυρισμένοι από την παραδοσιακή τζιώτικη ξερολιθιά που αγκαλιάζει το κτίσμα. Δίπλα μας, μια μεγάλη παρέα αγγλόφωνων τουριστών απολάμβανε ήδη τη φιλοξενία του μαγαζιού, επιβεβαιώνοντας ότι η φήμη του Φίλιππα έχει ξεπεράσει προ πολλού τα σύνορα του νησιού. Η βραδιά κύλησε ακριβώς όπως έπρεπε: αργά, χαλαρά και απίστευτα νόστιμα. Το δροσερό ροζέ κρασί διαδέχονταν οι μυρωδάτες ποικιλίες, με τα πιάτα της ώρας και τα ψητά στα κάρβουνα να κλέβουν την παράσταση.

Η μαεστρία στο ψήσιμο είναι εμφανής σε κάθε μπουκιά – ζουμερά κρέατα, σωστά θωρακισμένα, που κουβαλούν όλη τη νοστιμιά της αυθεντικής ελληνικής ψησταριάς. Αυτή την εποχή, στις αρχές του Ιουνίου, το μαγαζί μπορεί να μην δουλεύει ακόμα στους εξαντλητικούς ρυθμούς του high season –αν και τα Σαββατοκύριακα λειτουργεί ήδη με εντυπωσιακή πληρότητα–, όμως η ποιότητα παραμένει σταθερά στα ύψη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, άλλωστε, που ο Φίλιππας λειτουργεί ως αληθινός μαγνήτης για ολόκληρη την Κέα.

Είτε είσαι ντόπιος, είτε παραθεριστής του Σαββατοκύριακου, είτε ταξιδιώτης από την άλλη άκρη του κόσμου, ο δρόμος σε βγάζει πάντα εδώ, για το πιο διάσημο μπαλκόνι και τα καλύτερα κάρβουνα του νησιού. Αν βρεθείτε στην Τζια, αναζητήστε τον. Ακόμα κι αν ο άνεμος φυσάει δυνατά, η ζεστασιά των ανθρώπων του και η νοστιμιά των πιάτων του θα σας αποζημιώσουν και με το παραπάνω.
Ένα σκαρί, γεμάτο ιστορίες για τους ντόπιους


Στον κόλπο του Οτζιά, εκεί που το γαλάζιο της θάλασσας συναντά την ηρεμία του τοπίου, στέκεται μια βάρκα ξύλινη, “σκέτη γλύκα”. Με τα χρώματα της θάλασσας –το βαθύ μπλε και το λευκό– και τα σημάδια του χρόνου πάνω στο ξύλο της, μοιάζει να αναπαύεται περήφανα πάνω στα βράχια.
Πέρα από το προφανές κάλλος και τη διακοσμητική της παρουσία, αυτή η βάρκα αποτελεί έναν σιωπηλό μάρτυρα της ναυτικής μας παράδοσης. Για τους ντόπιους, τέτοια σκαριά δεν είναι απλά αντικείμενα· είναι σύμβολα επιβίωσης. Θυμίζουν τις εποχές που οι ψαριές τους έθρεψαν οικογένειες και στήριξαν το νησί σε δύσκολους καιρούς.
Σήμερα, στολισμένη με ένα στεφάνι στο κατάρτι της, μας καλεί να σταματήσουμε για λίγο το χρόνο. Παρατηρώντας την, συνειδητοποιώ πόσο σημαντικό είναι να καταγράφουμε αυτές τις στιγμές στα μέρη που ζούμε. Είναι οι λεπτομέρειες που συνθέτουν την ταυτότητα ενός τόπου και μας συνδέουν με τις ρίζες μας.
Μια βάρκα στη στεριά, που όμως κουβαλάει μέσα της ολόκληρο το Αιγαίο.
